Τρίτη 24 Αυγούστου 2021

Αρμοδιότητα για την πρόληψη πυρκαγιών: Δασαρχείο ή Δήμοι;


 

Με αφορμή τις πρόσφατες καταστροφικές πυρκαγιές, που εκδηλώθηκαν σε δασικές περιοχές των Δημοτικών Κοινοτήτων Βιλίων και Μάνδρας, του Δήμου Μάνδρας Ειδυλλίας, αιρετοί τοπικοί αυτοδιοικητικοί εκπρόσωποι, καταλόγισαν την ευθύνη για την έλλειψη αντιπυρικής προστασίας στην αρμόδια Δασική Υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, δηλαδή στο Δασαρχείο.  Είναι βάσιμος όμως ο εν λόγω καταλογισμός της ευθύνης;   

 

Απάντηση στο ερώτημα αυτό, δίνει και μάλιστα με διαφωτιστικό τρόπο, η, με αριθμό πρωτ. 3752/02.05.2018 εγκύκλιος της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας με θέμα «Σχέδιο δράσεων Πολιτικής Προστασίας για την αντιμετώπιση κινδύνων λόγω δασικών πυρκαγιών».

 

Με βάση το προαναφερόμενο έγγραφο και σε συνδυασμό με τις πραγματικές περιστάσεις, που συνέτρεχαν και συντρέχουν στον Δήμο Μάνδρας Ειδυλλίας, μπορούμε πρωταρχικά, ενδεικτικά και πρόχειρα, να αναφέρουμε τα εξής , θέτοντας παράλληλα και ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα:

 

Η ευθύνη έκδοσης οδηγιών και τεχνικών προδιαγραφών έργων και εργασιών αντιπυρικής προστασίας δασών και δασικών εκτάσεων και η εκπόνηση προγραμμάτων προστασίας τους από τον κίνδυνο των πυρκαγιών, αποτελεί αρμοδιότητα της Γενικής Διεύθυνσης Δασών και Δασικού Περιβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (Ν. 2612/1998, Ν. 3208/2003, Π.Δ. 402/1988, ΚΥΑ 23111/2010, ΠΔ.24/2015, ΠΔ.132/2017) και όχι του τοπικού Δασαρχείου. Ποιος ήταν ο προγραμματισμός των έργων και εργασιών αντιπυρικής προστασίας και ποιος ο βαθμός υλοποίησης αυτών, από την ως άνω υπηρεσία της Κεντρικής Διοίκησης, σχετικά με τα δάση και τις δασικές εκτάσεις του Δήμου Μάνδρας Ειδυλλίας; Με δεδομένο, ότι στον Δήμο Μάνδρας Ειδυλλίας, υφίστανται εκτεταμένες δασικές εκτάσεις, είχε υποβληθεί από τον Δήμο αυτόν αίτημα προς προαναφερόμενη υπηρεσία για εκπόνηση και εφαρμογή ειδικού προγράμματος πυροπροστασία; Και όχι γιατί;

 

Εργα αντιπυρικής προστασίας δύνανται να εκτελέσουν και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, δηλαδή οι Δήμοι και οι Περιφέρειες, στα πλαίσια σύναψης προγραμματικών συμβάσεων (άρθρο 100 του Ν3852/2010) για τη μελέτη και εκτέλεση δασοτεχνικών έργων (καθαρισμοί δασικής βλάστησης, κλπ) σε δημόσια δάση και δασικές εκτάσεις, σύμφωνα  με τις διατάξεις του άρθρου 53 του Ν. 4042/2012 (ΦΕΚ 24/Α΄/2012). Στην προκειμένη περίπτωση ο Δήμος Μάνδρας Ειδυλλίας διαπραγματεύθηκε προς σύναψη μία τέτοιου είδους προγραμματική σύμβαση; Και αν όχι γιατί;

 

Η εκτέλεση προγραμμάτων μείωσης του κινδύνου με την προληπτική απομάκρυνση μέρους της βλάστησης (εργασίες καθαρισμού), γύρω από περιοχές ιδιαίτερης προστασίας (κτιριακές υποδομές και εγκαταστάσεις, κατασκηνώσεις, αρχαιολογικοί χώροι, άλση, πάρκα, κλπ) και περιοχές που θεωρούνται λόγω της φύσεώς τους υψηλού κινδύνου (σημεία διέλευσης δικτύων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, δεξαμενές καυσίμων, χώροι εναπόθεσης απορριμμάτων, κλπ) αποτελεί ευθύνη των φορέων στους οποίους ανήκει ο χώρος (Πυρ. Διατάξεις 4/2012, 9/2000, 9Α/2005, Ν. 998/1979, ΥΑ12030/Φ109.1/1999, Ν.3852/2010, αρθ.94 παρ.1), στους οποίους περιλαμβάνονται και οι Δήμοι. Η εκτέλεση αυτών των προγραμμάτων πρέπει να πραγματοποιείται στην αρχή της αντιπυρικής περιόδου (δηλαδή την 1η Μαίου κάθε έτους). Διευκρινίζεται ότι η προληπτική απομάκρυνση μέρους της βλάστησης (εργασίες καθαρισμού) για μείωση του κινδύνου αναφέρεται σε σειρά εργασιών που αποβλέπουν στην πλήρη απομάκρυνση κυρίως της καύσιμης φυτικής ύλης που βρίσκεται στη επιφάνεια του εδάφους όπως το φυλλόστρωμα, τα ξερά χόρτα, η ποώδης βλάστηση, τα φρύγανα, καθώς και τα κατακείμενα ξερά κλαδιά, κλπ. Επιπλέον, στις εργασίες καθαρισμού περιλαμβάνεται και αποκλάδωση της βάσης της κόμης των δένδρων και αύξηση του ύψους έναρξης της από την επιφάνεια του εδάφους, ανάλογα με την ηλικία και το είδος, προκειμένου να μειωθεί η πιθανότητα σε μια πυρκαγιά που αναπτύσσεται στην επιφάνεια του εδάφους να περάσει στην κόμη των δένδρων και εν συνεχεία κινηθεί επικόρυφα με επικίνδυνη συμπεριφορά.

Τα ερωτήματα, που ανακύπτουν στην προκειμένη περίπτωση είναι: Ο Δήμος Μάνδρας Ειδυλλίας, εφάρμοσε ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα δράσης της προαναφερόμενης αντιπυρικής προστασίας (πλην αυτού του προγράμματος ΔΡΥΑΔΕΣ, που αφορούσε συγκεκριμένες δασικές περιοχές); Τα σχετικά έργα έλαβαν χώρα στην αρχή της αντιπυρικής περιόδου; Και αν όχι γιατί; Η απομάκρυνση της αποξηλωθείσας βλάστησης έγινε σύμφωνα με τις προδιαγραφές που προαναφέρονται και εκτίθενται στην, με αριθμό πρωτ. 3752/02.05.2018 εγκύκλιο της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας;

 

Αυτά προς τον παρόν, με το ενδεχόμενο να επανέλθουμε αναλυτικότεροι.

 

Κοινότητα Ερυθρών 24η Αυγούστου 2021

Παναγιώτης Απ. Κουτσουλέλος

Δημότης Μάνδρας Ειδυλλίας

Τετάρτη 18 Αυγούστου 2021

ΟΤΑΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΞΕΠΕΡΝΑΕΙ ΤΟΝ ΕΘΕΛΟΝΤΙΣΜΟ


Θα μπορούσαν, όταν οι φλόγες της ανεξέλεγκτης πυρκαγιάς άρχιζαν να γλείφουν τα πρώτα σπίτια του χωριού, να είχαν εγκαταλείψει τον τόπο τους, όμως δεν το έκαναν. Θα μπορούσαν επίσης, την ίδια στιγμή, να περιορίσουν την δραστηριότητά τους κάνοντας πιρουέτες με τα δάχτυλα τους στο πληκτρολόγιο, μεταφέροντας ανά τον κόσμο μηνύματα, απελπισίας, καταγγελίας, ικεσίας και απόγνωσης. Όμως δεν αναλώθηκαν σε αυτήν εικονική δράση. Θα μπορούσαν ακόμη, εκείνες τις δύσκολες ώρες, παραιτημένοι από κάθε προσπάθεια αντίστασης στην επερχόμενη λαίλαπα, να συμμετάσχουν σε μία τοπική λιτανεία ευελπιστώντας στην, από μηχανής, θεία παρέμβαση. Όμως και στην περίπτωση αυτή δεν αφέθηκαν στην μοίρα, που καθορίζει η ανέλεγκτη βούληση του  επουράνιου βασιλείου.

 

Αντί των προαναφερόμενων, η νεολαία των Βιλίων επέλεξε την αυθόρμητη αντίδραση και ρίχθηκε μαχόμενη στις καταστροφικές φλόγες. Αγνοώντας τις όποιες προτροπές για προφύλαξη ή ακόμη και για επιλεκτική εγκατάλειψη του χωριού, η νεολαία των Βιλίων, δρώντας με αίσθημα αυτοθυσίας, με στοιχειώδη αυτοοργάνωση και αυτοσχέδιο συντονισμό, έδωσε την δική της μάχη απέναντι σε έναν  αδυσώπητο και ύπουλο εχθρό, σμπαραλιάζοντας την ηθική της εκκένωσης και τον ψυχαναγκασμό του πανικού, αφήνοντας άφωνους τους μοιραίους επιτελικούς συντονιστές.

 

Την ίδια μάχη, είχαν προ ελαχίστων ημερών, δώσει και οι πολίτες των οικισμών της Μάνδρας, που είχαν τεθεί στην δοκιμασία του πύρινου ολέθρου.

 

Στο βόρειο τμήμα του Δήμου Μάνδρας Ειδυλλίας, στις Ερυθρές (Κριεκούκι), εκεί δηλαδή, που οι φλόγες δεν είχαν κάνει την άμεση θλιβερή τους παρουσία, η κινητοποίηση των πολιτών για την αποτροπή της πυρκαγιάς, υπήρξε πρωτοφανής. Οι Κριεκουκιώτες ενεργώντας προληπτικά και χωρίς κανένα κεντρικό ή δημοτικό σχεδιασμό πολιτικής προστασίας, προφύλασσαν ήδη από τις αρχές του καλοκαιριού, τα δάση του τόπου τους, με δράσεις επιτήρησης, που συντόνιζε η συλλογικότητα «ΟΙ ΦΡΟΥΡΟΙ ΤΟΥ ΚΙΘΑΙΡΩΝΑ». Η ίδια η συλλογικότητα αυτή, σε συνεργασία με τις τοπικές αρχές, ήταν αυτή, που συντόνισε και συντονίζει την συνδρομή κάθε διαθέσιμου και πρόσφορου μέσου για την αντιμετώπιση του πύρινου εισβολέα. Η επιτυχία της δράσης αυτής καταγράφηκε κατά τον χρόνο, που πιθανολογήθηκε ότι η καταστροφική μανία της φωτιάς θα έπαιρνε την άγουσα για Ερυθρές. Εκατοντάδες πολίτες, δεκάδες γεωργικά μηχανήματα και φορτηγά, το σύνολο των υφιστάμενων μηχανημάτων έργων και  πληθώρα κινητών υδατοδεξαμενών, είχαν τεθεί σε διάταξη πολεμικής αναμέτρησης με την λαίλαπα.

 

Οι περιπτώσεις αυτές αυθόρμητης κινητοποίησης πολιτών, δεν συνιστούν περιπτώσεις απλής εθελοντικής συνεισφοράς. Πρόκειται για περιπτώσεις δράσεων για την υπεράσπιση της ζωής, του φυσικού περιβάλλοντος, του ιστορικού τοπίου και της δημόσιας ή ιδιωτικής  περιουσίας, με έντονο τον χαρακτήρα της ανιδιοτελούς κοινωνικής προσφοράς και του κοινοτικού πνεύματος, που κάποιοι πίστευαν και πιστεύουν ότι έχει εκλείψει.

 

Πρόκειται για περιπτώσεις, που εντάσσονται σε ουσιώδεις συλλογικές πράξεις με κοινωνικό αντίκτυπο, που σε συνθήκες αποικιακής εξάρτησης, συντρίβουν τον ραγιαδισμό, την μοιρολατρεία και την κουλτούρα της «ανάθεσης σε εργολάβους του παρόντος και του μέλλοντός μας», οι οποίες μπορούν καθοριστικά  να συμβάλλουν στην εθνική, πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική αναμόρφωση της πατρίδας μας.

 

Κοινότητα Ερυθρών 19η Αυγούστου 2021

Παναγιώτης Απ. Κουτσουλέλος

Δημότης Μάνδρας Ειδυλλίας

  

Κυριακή 15 Αυγούστου 2021

ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ Ι.Μ. ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ: Εύλογες απορίες αναζητούν απαντήσεις


 

1. ΙΣΤΟΡΙΚΟ

1.1. Η Μονή Προφήτη Ηλία της Δημοτικής Κοινότητας Ερυθρών του Δήμου Μάνδρας Ειδυλλίας-Αττικής, φέρεται, σύμφωνα με την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, να έχει ιδρυθεί κατά τον 11ο αιώνα[1], το δε σημερινό κτιριακό συγκρότημα αυτής έχει κατασκευασθεί κατά τους μεταβυζαντινούς χρόνους. Ολόκληρο το κτιριακό συγκρότημα της Μονής έχει χαρακτηρισθεί με την Υ.Α. Πολιτισμού και Επιστημών Β1/Φ26/8589/200/21.02.1985 ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο λόγω της παλαιότητάς του, ενώ περαιτέρω έχει ορισθεί ζώνη προστασίας 100 μέτρων από τον περίβολο της Μονής [2] .  Η εν λόγω Μονή, φέρεται να λειτουργεί καθ΄όλο το χρονικό διάστημα της Οθωμανικής κυριαρχίας.

 

1.2. Στις 25.09.1833, εκδίδεται Βασιλικό Διάταγμα, με βάση το οποίο μονές, οι οποίες διέθεταν στο δυναμικό τους λιγότερο από έξι μοναχούς διαλύονταν, η δε περιουσία τους, κινητή και ακίνητη περιερχόταν στο Ελληνικό Δημόσιο και συγκεκριμένα στο Εκκλησιαστικό Ταμείο, προκειμένου όπως, από το τίμημα της, δια πλειστηριασμού, εκποιήσεώς τους, καλυφθούν οι  δαπάνες, που αφορούσαν την λειτουργία της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ως αυτοτελούς Οργανισμού και της δημόσιας εκπαίδευσης[3] .

 

1.3. Στις Μονές, οι οποίες διαλύονταν σε εφαρμογή του ως άνω βασιλικού διατάγματος περιλαμβανόταν και η Μονή του Προφήτη Ηλία. Τούτο δε αδιάστικτα προκύπτει, από τον, με ημερομηνία 10.04.1837, πίνακα διαχείρισης των επικαρπίας των «διαλυθέντων μοναστηριών» της Μεγαρίδας, που έχει συνταχθεί από τον υποδιοικητή των Μεγάρων. Σύμφωνα δε με την απογραφείσα, ανακεφαλαίωση η περιουσία της διαλυθείσης Μονής του Προφήτη Ηλία Ερυθρών, κατά τον χρόνο της διάλυσής της ανερχόταν σε 640 ελαιόδεντρα[4] . Περαιτέρω η διάλυση της Μονής αυτής προκύπτει από το σύνολο του αρχειακού υλικού, που τηρείται από τις υπηρεσίες των Γενικών Αρχείων του Κράτους (Γ.Α.Κ.), όπου αυτή φέρεται ως διαλυθείσα[5]   

 

1.4. Η Μονή του Προφήτη Ηλία, η οποία στο μεταξύ, ήδη από το 1985, έχει χαρακτηρισθεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο[6], (ανα)συστάθηκε, με την, με αριθμό 4798/2356/05.11.2019, πράξη της Ιεράς Συνόδου Της Εκκλησίας Της Ελλάδος[7]. Επειδή η εν λόγω Μονή, φέρεται ιδρυθείσα ή συσταθείσα πριν από την έναρξη εφαρμογής  του Ν.590/1977, στην προκειμένη περίπτωση ετίθετο σε εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 25 παρ. του Ν.4301/2014, σύμφωνα με τις οποίες, έπρεπε, κατά την σύσταση, να υφίστανται πράξεις τακτοποίησης και εκθέσεις απογραφής των δικαιωμάτων της, από την ίδια την Μονή ή τους διαδόχους της. Εν ολίγοις η Μονή όφειλε, μεταξύ άλλων, να συντάξει και μία απογραφή των περιουσιακών της στοιχείων, στα οποία περιλαμβάνονται και δικαιώματα επί ακινήτων (εμπράγματα δικαιώματα) .

 

1.5. Με την, με αριθμό 1004/680/07.04.2021, πράξη της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας Της Ελλάδος[8], ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων και τα εξής:

α) Καθορίσθηκε ο τρόπος εκμίσθωσης ακινήτων της Μονής προς τρίτους (άρθρα 1 έως και 10).

β) Καθορίσθηκαν οι όροι παραχώρησης χρήσης της ακίνητης περιουσίας της Μονής (άρθρα 11-12).

γ) Καθορίσθηκαν οι όροι εκποίησης, ανταλλαγών, αγορών και αντιπαροχών ακινήτων της Μονής (άρθρα 13-20).

δ) Ορίσθηκε επί λέξει ότι: «Η Ιερά Μονή δύναται να επενδύει, κατόπιν αδειοδοτήσεως και σχεδιασμού, εις νομικά πρόσωπα, τα οποία λειτουργούν εγκαταστάσεις επί αγροτεμαχίων της, συστημάτων Ανανεωσίμων Πηγών Ενεργείας (φωτοβολταϊκά-ανεμογεννήτριαι), με σκοπόν, κατόπιν σχετικών επωφελών συμβάσεων, την χρήσιν της παραγομένης ηλεκτρικής ενεργείας υπό της Ιεράς Μονής ή την πώλησιν αυτής εις το δίκτυον. Η διαδικασία πραγματοποιείται και κατακυρώνεται δι’ αποφάσεως του Ηγουμενοσυμβουλίου, μη απαιτουμένης ετέρας εγκρίσεως.» (άρθρο 21). Εν ολίγοις, δόθηκε η δυνατότητα στην Μονή να συμμετέχει επωφελώς σε επιχειρηματικές δραστηριότητες, που σχετίζονται με την παραγωγή ενέργειας και την ευρύτερη οικονομία της αποκαλούμενης «πράσινης ανάπτυξης».

ε) Ορίσθηκε επίσης ότι η Μονή :  «Κατέχει περί τα τρία (3) μετόχια, ήτοι: α) Το Ιερόν μετόχιον Αγίου Αθανασίου εις θέσιν «Στέριζα» Ερυθρών Αττικής, β) το Ιερόν μετόχιον Αγίας Τριάδος εις θέσιν «Μπούμπουκα» Ερυθρών Αττικής και γ) το Ιερόν μετόχιον Αγίου Γεωργίου εις θέσιν Κατσούλα» Δάφνης Βοιωτίας, τα οποία χρήζουν αναστηλώσεως και συντηρήσεως». (άρθρο 22 παρ.1β). Κατά τον τρόπο αυτόν οι ευρισκόμενες εκκλησίες εντός των προαναφερόμενων μετοχίων περιήλθαν στην περιουσιακή, διαχειριστική και διοικητική κυριαρχία της Μονής[9]. Επίσης κατά τον τρόπο αυτόν η Μονή απέκτησε και εμπράγματα δικαιώματα επί εκτάσεως τεσσάρων (4) στρεμμάτων πέριξ των προαναφερόμενων μετοχίων[10].

 

1.6. Η ακίνητη περιουσίας της Μονής με βάση την Έκθεση Απογραφής, που έχει συντάξει.

 Η Ιερά Μονή Προφήτη Ηλία στις 04.12.2020, συντάσσει, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 25 παρ.1, εδαφ.. Β’ του Ν.4301/2014 και 47 παρ.3β του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (Κ.Χ.Ε.Ε. Ν.590/1977), συμβολαιογραφική πράξη έκθεσης απογραφής εκκλησιαστικών ακινήτων, την  οποία και μεταγράφει στα υποθηκοφυλακεία Ερυθρών και Θηβών[11] . Στην εν λόγω έκθεση απογραφής παρατίθενται είκοσι τρία (23) ακίνητα, τα οποία φέρονται, κατά το συντριπτικά μεγαλύτερο τους μέρος, να βρίσκονται εντός της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Ερυθρών του Δήμου Μάνδρας Ειδυλλίας, της Περιφερειακής Ενότητας Δυτικής Αττικής, της Περιφέρειας Αττικής και κατά το μικρότερό τους μέρος εντός της Κτηματικής Περιφέρειας της Κοινότητας Δάφνης, του Δήμου Τανάγρας, της Περιφερειακής Ενότητας Βοιωτίας, της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας. Η συνολική έκταση των ακινήτων αυτών ανέρχεται σε 5.512.410,39 τετραγωνικά μέτρα ή σε 5.512,41 περίπου στρέμματα. Το μεγαλύτερο από τα ακίνητα, που περιλαμβάνεται στην έκθεση είναι αυτό, με τον αριθμό 23, που φέρεται να βρίσκεται στην θέση «ΛΙΒΑΔΙ – ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ», συνολικής έκτασης 5.213.035,00 τετραγωνικών μέτρων ή 5.213,035 στρεμμάτων.

 

 1.7. Ο φερόμενος, με βάση την Έκθεση Απογραφής, τρόπος κτήσης των εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί των προαναφερόμενων ακινήτων.

Με βάση την ως άνω Έκθεση Απογραφής, η Ιερά Μονή Προφήτη Ηλία, ισχυρίζεται ότι έχει αποκτήσει την κυριότητα επί των προαναφερόμενων ακινήτων[12] με τις προϋποθέσεις της τακτικής, άλλως της έκτακτης χρησικτησίας, δεδομένου  ότι (κατά τους σχετικούς ισχυρισμούς) τα ακίνητα αυτά είχαν περιέλθει στην Μονή από την εποχή της Οθωμανικής κυριαρχίας και μέχρι και σήμερα τα νέμεται και τα κατέχει χωρίς να έχει ενοχληθεί από κανένα.

 

 

1.8. Περαιτέρω ιδιοκτησία της Μονής.

Περαιτέρω η Ιερά Μονή Προφήτη Ηλία, φέρεται να είναι κυρία του ακινήτου, που συνιστά τον περιβάλλοντα χώρο του κτίσματος αυτής, έκτασης 15.000 τετραγωνικών μέτρων, την οποία έχει αποκτήσει από δωρεά από την Ιερά Μητρόπολη Μεγάρων και Σαλαμίνας. Η εν λόγω έκταση ουσιαστικά ταυτίζεται με την ζώνη προστασίας 100 μέτρων από τον περίβολο της Μονής, όπως αυτή προσδιορίσθηκε με την  Υ.Α. Πολιτισμού και Επιστημών Β1/Φ26/8589/200/21.02.1985[13]

 

 

2. ΠΡΟΚΥΠΤΟΝΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΕΣ ΑΠΟΡΙΕΣ.

α) Σχετικά με τα εμπράγματα δικαιώματα της Μονής.

α) Με βάση τα όσα προπαρατίθενται, η Ιερά Μονή Προφήτη Ηλία, σε εκτέλεση του από 25.09.1833 Β.Δ., διαλύθηκε, η δε περιουσία της, κινητή και ακίνητη περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο και συγκεκριμένα στο Εκκλησιαστικό Ταμείο, προκειμένου όπως, από το τίμημα της, δια πλειστηριασμού, εκποιήσεώς τους, καλυφθούν οι  δαπάνες, που αφορούσαν την λειτουργία της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ως αυτοτελούς Οργανισμού και της δημόσιας εκπαίδευσης. Τούτο δε, όπως προαναφέρεται αδιάστικτα αποδεικνύεται και προκύπτει από έγγραφα που τηρούνται στις Υπηρεσίες του Γενικού Αρχείου του Κράτους (Γ.Α.Κ.)[14], όπου η Ιερά Μονή φέρεται ως διαλυθείσα.

 

β) Από τον συνδυασμό των διατάξεων, που επέχουν ισχύ Νόμου, Διαταγμάτων: α) Δ/γμα 4/12/1834 «Περί της ιδιοκτησίας των εν τοις Μοναστηρίοις μοναχών», β) Δ/γμα της 25/8/1833 «Περί των Βασιλείω Μοναστηρίων», γ) Δ/γμα της 26/4/1834 «Περί ιδιόκτητων μοναστηρίων και εκκλησιών»,  δ) Δ/γμα της 20/5/1836 «Περί των εκκλησιατικών κτημάτων», ε) Δ/γμα της 13/7/1838 και ζ) Δ/γμα της 29/4/1843, σαφώς προκύπτει ότι εκ των κτημάτων των διαλυθεισών Ιερών Μονών, ιδρύθηκε νέο Νομικό Πρόσωπο με την επωνυμία «ΠΑΛΑΙΟΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΤΙΚΟΝ ΤΑΜΕΙΟΝ», στο οποίο μεταβιβάσθηκε όλη η περιουσία των διαλυθεισών Ιερών Μονών, ανεξάρτητη όλως και διακεκριμένη από την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου και του οποίου η διαχείριση, κατά το άρθρο 5 του από 29/4/1843 Δ/τος ανατέθηκε στον Υπουργό Οικονομικών , ο οποίος νομίμως το εκπροσωπεί. Το εκκλησιαστικό αυτό Ταμείο εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να υφίσταται χωρίς να έχει καταργηθεί από καμία διάταξη μεταγενέστερου νόμου[15]. Με την διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 του Ν.1539/1938 «Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων», ορίζεται ότι: «Ως ακίνητα του Δημοσίου, κατά τας διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων 1 και 2, νοούνται και τα ακίνητα κτήματα των διαλελυμένων Μονών, τα περιελθόντα και ανήκοντα εισέτι εις το Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον» .

 

γ) Ως εκ τούτου και σε κάθε περίπτωση, εύλογη προκύπτει η εξής απορία: Πως είναι δυνατόν η Μονή να ισχυρίζεται ότι διαθέτει ακίνητη περιουσία, ενώ αυτή (περιουσία) έχει περιέλθει λόγω της διαλύσεως της στο Παλαιό Εκκλησιαστικό Ταμείο, το οποίο εξακολουθεί νομίμως να υφίσταται έως και σήμερα;

 

β) Σχετικά με την επικαλούμενη χρησικτησία επί των ακινήτων.

βα) Πως είναι δυνατόν η Μονή να επικαλείται, προς θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητας επί ακινήτων,  χρησικτησία, όταν αυτή είναι κατά τον νόμο[16] ανεπίπτρεπτη σε βάρος του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «ΠΑΛΑΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ», το οποίο κατά τα προαναφερόμενα είναι ο νόμιμος δικαιούχος των ακινήτων αυτών;

ββ) Πως είναι δυνατόν η Μονή να ισχυρίζεται ότι νέμεται και κατέχει τα ακίνητα αυτά από τη εποχή της Οθωμανικής επικυριαρχίας, ενώ δεν επικαλείται κανενός είδους Οθωμανικό τίτλο, όπως λ.χ. ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί;

βγ)  Περαιτέρω, ακόμη και αν αποδεχθούμε τους ισχυρισμούς της  Μονής περί συνεχούς και αδιάλειπτης κατοχής και νομής των ακινήτων αυτών, γεννάται ένα πρόσθετο ζήτημα-κρίσιμο ερώτημα: Πως είναι δυνατόν να διενεργούνται πράξεις νομής και κατοχής καθ΄όλο το χρονικό διάστημα από το έτος 1833 έως και σήμερα, υπέρ ενός ανύπαρκτου νομικού προσώπου, δεδομένου ότι η Μονή και ως εκκλησιαστική δομή και ως νομική προσωπικότητα διαλύθηκε κατ΄εφαρμογή του Β.Δ. 25.09.1833;

 

γ) Ως προς την περίπτωση του ακινήτου στην θέση «ΘΕΡΙΝΟ ΛΙΒΑΔΙ».

Στην προκειμένη περίπτωση η Μονή προς θεμελίωση των αξιώσεών της επί του αναφερόμενου στην Εκθεση Απογραφής ακινήτου, με αριθμό 23, στην θέση Προφήτης Ηλίας Λιβάδι έκτασης 5.213.035,00, (στο οποίο προφανώς περιλαμβάνεται και αγροτικό ακίνητο έκτασης 849,50 στρεμμάτων στην θέση Κουρμπάν Γεφύρι της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Ερυθρών[17])  επικαλείται στην Έκθεση αυτήν διάφορα διοικητικά και δικαστικά έγγραφα[18] . Η επίκληση των εγγράφων αυτών εγείρει σοβαρότατους προβληματισμούς. Ειδικότερα:

γα) Κατ΄αρχάς στα εν λόγω έγγραφα ως ιδιοκτήτης της έκτασης φέρεται η συγχωνευθείσα Μονή του Προφήτη Ηλία με αυτήν της Μονής της Φανερωμένης. Στα έγγραφα αυτά δεν αναφέρεται αν η συγχώνευση αυτή έλαβε κατ΄εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 21 του Ν.4684/1930 και με βάση ποιά διοικητική πράξη. Περαιτέρω εύλογη απορία γεννάται σχετικά με το πως έλαβε χώρα η εν λόγω συγχώνευση μεταξύ Μονών, εκ των οποίων η μία είχε, κατά τα προαναφερόμενα διαλυθεί και ως εκ τούτου δεν διέθετε αυτοτελή νομική προσωπικότητα για να καταστεί συγχωνευτέα.

 

γβ) Κατά το άρθρο 1 ΒΔ/τος 3/15-12-1833 «Περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834», όλα τα λιβάδια, δηλαδή οι βοσκότοποι, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο. Στην προκειμένη περίπτωση πως είναι δυνατόν η Μονή να ισχυρίζεται την υπέρ αυτής ύπαρξη εμπραγμάτων δικαιωμάτων, χωρίς την επίκληση κρατικού Οθωμανικού εγγράφου (ταπί);

 

γγ) Τέλος η συμπερίληψη του ακινήτου του λιβαδιού στην Έκθεση Απογραφής, ενδεχομένως άγει σε αμφισβήτηση της κυριότητας ακινήτων, που έχουν περιέλθει με νόμιμο τρόπο στους σημερινούς ιδιοκτήτες (χαρακτηριστική η περίπτωση των ακινήτων στην θέση Κουρμπάν Γεφύρι), είτε με παραχωρητήρια, που εκδοθήκαν λόγω του αναδασμού των εκεί ευρισκομένων εκτάσεων, είτε μεταγενέστερα με μεταβιβαστικά συμβολαιογραφικά έγγραφα. Πως είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό;  

 

δ) Ως προς την περαιτέρω ιδιοκτησία της Μονής.

Όπως προπαραθέτουμε η Ιερά Μονή Προφήτη Ηλία, φέρεται να είναι κυρία του ακινήτου, που συνιστά τον περιβάλλοντα χώρο του κτίσματος αυτής, έκτασης 15.000 τετραγωνικών μέτρων, την οποία έχει αποκτήσει από δωρεά από την Ιερά Μητρόπολη Μεγάρων και Σαλαμίνας. Η εν λόγω έκταση ουσιαστικά ταυτίζεται με την ζώνη προστασίας 100 μέτρων από τον περίβολο της Μονής, όπως αυτή προσδιορίσθηκε με την  Υ.Α. Πολιτισμού και Επιστημών Β1/Φ26/8589/200/21.02.1985[19]. Με ποιο τρόπο είχε γίνει κυρία του ακινήτου αυτού η δικαιοπάροχος της Μονής, Ιερά Μητρόπολη Μεγάρων, λαμβανομένων υπόψη των δικαιωμάτων του Εκκλησιαστικού Ταμείου;

 

 

 

Κοινότητα Ερυθρών 16η Αυγούστου 2021

Παναγιώτης Απ. Κουτσουλέλος

Δημότης Μάνδρας Ειδυλλίας

 



[1] «Ο Όσιος Μελέτιος ο Νέος», Χρυσόστομου Παπαδόπουλου, Αρχιεπισκόπυ Αθηνών και πάσης Ελλάδος, Αθήνα 1968.

[2] Υ.Α. Β1/Φ26/8589/200 Υπουργού Πολιτισμού (Φ.Ε.Κ. Β’ φ.184/08.04.1985).

[3] θων, λέω Θεο Βασιλες τς λλάδος. π τ προτάσει το π τν κκλησιαστικν κα τς Παιδείας Γραμματέως μν 28 Αγούστου (9 Σεπτεμβρίου) 1833, περ φορολογίας κα μισθώσεως τν μοναστηριακν, διατάττομεν, 1. Κατ τν ναφορν τς Συνόδου, λα τ γκαταλελειμμένα κα ρημαμοναστήρια κα μοναστηριακ κτήματα θέλουν εσοδεύεσθαι π το νν δι τν Γενικν φόρων ες λογαριασμν το δημοσίου κα πρς τν σκοπουμένην βελτίωσιν τν κκλησιαστικν κα τς Παιδείας, 2. π τν ατν κατηγορίαν πάγονται κα τ ν τ π γράμμα Β. καταλόγω τς Συνόδου σημειούμενα μοναστήρια, ν ος λίγοι τινς μονάζουν κόμη κα νν, χι πλέον τν 6 μοναχν, φ΄ο οτοι μετατεθσιν ες λλα μοναστήρια.

[4]  Η από 20.09.1834, αναφορά περί ανακεφαλαιώσεως του Έπαρχου Μεγαρίδος

[5]  Αρχείο Μοναστηριακών, φ. 63 Μοναί Επαρχίας Μεγαρίδος: Ηλίας (Προφήτης).- (Μονή διαλελυμένη).- Δήμος Ερυθρών. (1833-1866)  http://arxeiomnimon.gak.gr/search/resource.html?tab=01&id=12803

[6] Υ.Α. Β1/Φ26/8589/200 Υπουργού Πολιτισμού (Φ.Ε.Κ. Β’ φ.164/08.04.1985.

[7] Φ.Ε.Κ. Β’/4952/31.12.2019

[8] Φ.Ε.Κ. Β’/1914/13.05.2021

[9] Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 4 περ. α του Κανονισμού Ιεράς Συνόδου Εκκλησίας της Ελλάδος 39/1972 - ΦΕΚ Α-103/30-6-1972 «Περί των εν Ελλάδι Ορθοδόξων Ιερών Μονών και των Ησυχαστηρίων»: «α)Μετόχιον είναι παράρτημα Ι. τινός Μονής υποτελές αυτή, ανήκον περιουσιακώς, διαχειριστικώς και διοικητικώς εις την κυρίαρχον ταύτην Μονήν, εν ω διαβιούσι μοναχοί ανήκοντες εις την Ι. Μονήν και ελεγχόμενοι υπ’ αυτής. Το Μετόχιον δεν αποτελεί ίδιον Νομικόν Πρόσωπον αλλά παράρτημα του Νομικού Προσώπου της Ι. Μονής εις ην ανήκει. Ο υπό της Ι. Μονής οριζόμενος υπεύθυνος του Μετοχίου περιορίζεται εις ενεργείας και αρμοδιότητας υπό της κυριάρχου Μονής καθοριζομένας.»

[10] Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 2 περ. γ του Ν. 1811/1988 : «Κύρωση της «Σύμβασης παραχώρησης στο Δημόσιο της Δασικής και αγροτολιβαδικής περιουσίας των Ιερών Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος, που συμβάλλονται στη σύμβαση αυτή». (ΦΕΚ 231/Α/13-10-1988)

 

[11] Σχετική συμβολαιογραφική πράξη, με την οποία καταγράφεται το σύνολο της ακίνητης περιουσίας της Μονής.

[12] Τα οποία στο σύνολο τους αναφέρονται ως άνυδρα αγροτεμάχια, πλην αυτών, που φέρουν τους αριθμούς 22 και 23, τα οποία αναφέρονται ως λιβάδια.

[13] Υ.Α. Β1/Φ26/8589/200 Υπουργού Πολιτισμού (Φ.Ε.Κ. Β’ φ.184/08.04.1985).

[14] Αρχείο Μοναστηριακών, φ. 63 Μοναί Επαρχίας Μεγαρίδος: Ηλίας (Προφήτης).- (Μονή διαλελυμένη).- Δήμος Ερυθρών. (1833-1866)  http://arxeiomnimon.gak.gr/search/resource.html?tab=01&id=12803

[15] Γνωμοδότηση Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με αριθμό 148/1975

[16] Αρθρο 4 του Α.Ν. 1539/1938

[17] Απόφαση, με αριθμό 4597/1934 του Εν Αθήναις Δικαστηρίου Πρωτοδικών

[18] Σελίδες 3 και 4 της Έκθεσης Απογραφής

[19] Υ.Α. Β1/Φ26/8589/200 Υπουργού Πολιτισμού (Φ.Ε.Κ. Β’ φ.184/08.04.1985).

Πέμπτη 12 Αυγούστου 2021

ΔΑΣΗ ΤΗΣ ΜΑΝΔΡΑΣ: Δημόσια ή ιδιωτικά;


 

Όπως είναι γνωστό ο Αγροτοδασικός Σύλλογος Μάνδρας «Η ΑΓΙΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ» σε συνεργασία με τον Δήμο Μάνδρας Ειδυλλίας έθεσαν δωρεάν στην διάθεση των πυρόπληκτων ρητινοκαλλιεργητών της Βόρειας Εύβοιας  1.000 στρέμματα δάσους, που ανήκουν στα μέλη του προαναφερόμενου συλλόγου. Με αφορμή, την τόσο αξιοσημειώτη, από πλευρά εκδήλωσης έμπρακτης κοινωνικής αλληλεγγύης, ενέργεια αυτή, ξεκίνησαν και πάλι οι συζητήσεις, αυτή την φορά στα μέσα ηλεκτρονικής κοινωνικής δικτύωσης, σχετικά με το αν τα δάση της Δημοτικής Κοινότητας Μάνδρας, είναι ιδιωτικά ή δημόσια.

Στον σχετικό διάλογο αυτόν, θα μου επιτρέψετε και εμένα να συμμετάσχω, συνεισφέροντας πληροφορίες και τεκμηριώσεις, που θεωρώ ότι δίνουν ουσιώδεις απαντήσεις ως προς το νομικό καθεστώς των δασικών εκτάσεων της Μάνδρας

 

Ας πάρουμε, όμως τα πράγματα, ιστορικά, από την αρχή.

 

Το χωριό Κούνδουρα υπήρξε η κοιτίδα των κατοίκων της Μάνδρας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις η αρχική εγκατάσταση των Κουντουριωτών τοποθετείται κατά το έτος 1204, όταν δημιουργήθηκε οικισμός από τους Φράγκους. Πρόκειται για παλιό οικισμό της Μεγαρίδας, που βρισκόταν στα ορεινά, βόρεια της Μάνδρας, χτισμένος σε μικρά οροπέδια, που σχηματίζονται στις ανατολικές απολήξεις του όρους Πατέρα.- Εξακριβωμένα ιστορικά στοιχεία για τους κατοίκους υπάρχουν καθ΄όλη τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, όταν το αρβανίτικο στοιχείο επικρατούσε στην περιοχή[1]. Το έτος 1680, μεταξύ του πέμπτου και του έκτου  των βενετοοθωμανικών πολέμων (1645 – 1669 και 1684–1699) οι, κατοικούντες στην περιοχή της Μεγαρίδας, Κουντουριώτες, αποφάσισαν να μεταναστεύσουν στην Πελοπόννησο για να αποφύγουν τις υπέρμετρες δεσμεύσεις ως προς την χρήση γης, που ανέμεναν να τους επιβάλλουν οι Οθωμανοί. Ειδικότερα οι κάτοικοι είχαν αποφασίσει να μεταναστεύσουν φοβούμενοι ότι  η Οθωμανική διοίκηση θα εξάλειφε τα δικαιώματα χρήσης και κάρπωσης των δασών, που αποτελούνταν από κωνοφόρα δένδρα και κυρίως από χαλέπιο πεύκη (Pinus halepensis) και ειδικότερα το δικαίωμα της ρητινοσυλλογής, από το προϊόν της οποίας απεκόμιζαν τους ικανούς και αναγκαίους πόρους για την κάλυψη των ατομικών και οικογενειακών διατροφικών τους αναγκών. Τα δικαιώματα αυτά ανήκαν στους Κουντουριώτες από την εποχή της φραγκοκρατίας (1204) και συνεχίσθηκαν να τους απονέμονται και να επιβεβαιώνονται στην συνέχεια τόσο από τους Καταλανούς και τους Φλωρεντινούς, όσο και μετέπειτα από τους Οθωμανούς[2].  Θα πρέπει να αναφερθεί στο σημείο αυτό ότι το ρετσίνι είχε σπουδαία εμπορική αξία την εποχή εκείνη, δεδομένου ότι χρησιμοποιούταν για την παραγωγή λάκκας και βερνικιών, στη στεγανοποίηση των ξύλινων πλοίων, για την παρασκευή του υγρού πυρός και λοιπών εύφλεκτων πολεμικών υλών και στην παραγωγή της ρετσίνας και εμπλάστρων για ιατρικούς σκοπούς.

 

 

Οι Οθωμανοί προκειμένου να αποτρέψουν τη μετανάστευση, η οποία θα οδηγούσε και στην εκμηδένιση της παραγωγής του προϊόντος της ρητινοσυλλογής (μέρος του οποίου – ως υποπροϊόν - αποδιδόταν σ΄αυτούς) ανανέωσαν τους τίτλους δικαιωμάτων χρήσης και κάρπωσης των δασών επί της οθωμανικής κρατικής ιδιοκτησίας, με την έκδοση ταπί, από τον Βαλή του Ευρίπου, που ενεργούσε κατ΄εντολή και για λογαριασμό του Σουλτάνου Μεχμέτ του Δ’[3].- Από τα τοπωνύμια, που αναφέρονται στο εν λόγω ταπί του έτους 1680, προκύπτει ότι τα παραχωρούμενα  δικαιώματα χρήσης και κάρπωσης  ουσιαστικά αφορούν μία έκταση 212 τετραγωνικών χιλιομέτρων, η οποία μάλιστα ταυτίζεται με την έκταση του τέως Δήμου Μάνδρας Αττικής και ήδη, μετά την εφαρμογή του Ν. 3852/2010 «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης − Πρόγραμμα Καλλικράτης», της Δημοτικής Κοινότητας Μάνδρας, του Δήμου Μάνδρας Ειδυλλίας-Αττικής[4].   

 

Το ταπί αποτελούσε έγγραφο που συντασσόταν από τον ιεροδίκη (καδή)  ή και άλλους εντεταλμένους αξιωματούχους του Οθωμανικού κράτους (τον «καδή») ή τους τιμαριούχους ύστερα από άδεια του Σουλτάνου, έφερε το μονόγραμμά του, και συνιστούσε πιστοποιητικό διηνεκούς εξουσίασης του δάσους, με ανεπίδεκτη μετατροπής χρήση του εδάφους, δηλαδή αποτελούσε τεσσαρούφ, κι όχι εμπράγματο δικαίωμα κυριότητάς του, δηλαδή μουτεσσαρήφ. Το δάσος εν προκειμένω παρέμεινε στην ψιλή κυριότητα του Οθωμανικού Δημοσίου, ενώ ο εξουσιαστής είχε το δικαίωμα της κάρπωσης του δημόσιου δάσους, χάρις στο τεσσαρούφ, το οποίο κληρονομείτο. Τα δάση συνεπώς δεν υπάγονταν στο καθεστώς των «ιδιόκτητων γαιών», των αποκαλούμενων «μούλκια», που αποτελούσαν γαίες που ανήκαν σε φυσικά και νομικά πρόσωπα, και η ιδιοκτησία επί αυτών πιστοποιούνταν με «χοτζέτ(ι)»[5].-

 

Τα δικαιώματα χρήσης και κάρπωσης του δάσους με την ειδικότερη άσκηση του δικαιώματος ρητινοσυλλογής, οι Κουντουριώτες συνεχίζουν να ασκούν ανεμπόδιστα μέχρι και το τέλος της Οθωμανικής κυριαρχίας.-  Όπως προεκθέτουμε κατά τη διάρκεια της τρίτης Οθωμανικής κυριαρχίας στην Αττική (25.5.1827 έως 31.3.1833) και, ειδικότερα, κατά το έτος 1829, ο Σουλτάνος, ως έχων, κατά το οθωμανικό δίκαιο, την κυριαρχία εφ' όλης της γης, που ανήκε στο Οθωμανικό κράτος, είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους κατοίκους της Αττικής - Οθωμανούς και Έλληνες - την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά δικαιώματα τους αναγνωρίσθηκαν ακολούθως με το από 21.1./3.2.1830 Πρωτόκολλο "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και με την προαναφερόμενη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης.[6].- Το γεγονός αυτό είχε ως έννομο αποτέλεσμα στην προκειμένη περίπτωση οι ρητινοσυλλέκτες - χρήστες να αποκτήσουν κυριότητα επί των ήδη κατεχομένων από αυτούς δασών και δασικών εκτάσεων. Για το λόγο αυτό, αμέσως μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, οι Μανδραίοι – Κουντουριώτες προβαίνουν σε νόμιμες δικαιοπραξίες επί των δασών, επί των οποίων, κατά τα προαναφερόμενα, είχαν νόμιμα δικαιώματα κυριότητας, διενεργώντας αγοραπωλησίες, δωρεές, αποδοχές κληρονομιών κ.λ.π., με την κατάρτιση συμβολαιογραφικών εγγράφων, που μεταγράφονται.-

 

 

Το έτος 1923, με το Ν.Δ. 18/18.10.1923, η κεντρική διοίκηση παραχωρεί κατά πλήρη κυριότητα τα δάση της επαρχίας Μεγαρίδας, επί των οποίων οι κάτοικοι, μεταξύ των οποίων και οι Μανδραίοι-Κουντουριώτες, ασκούσαν το δικαίωμα συλλογής της ρητίνης.- Ειδικότερα μάλιστα για την περιοχή της Μάνδρας εκδόθηκαν περί τα 450 παραχωρητήρια από τον Υπουργό Γεωργίας. Θα πρέπει να αναφερθεί στο σημείο αυτό ότι παραχωρητήρια δεν έλαβε το σύνολο των ήδη κυρίων – ρητινοσυλλεκτών, λαμβανομένου υπόψη ότι, πολλοί από αυτούς είχαν ήδη τίτλους πριν από το έτος 1923.-

 

 

Τα εν λόγω παραχωρητήρια κυριότητας ισχυροποιήθηκαν αμέσως μετά την θέση σε ισχύ της διάταξης του άρθρου 10 παρ.1 εδ. ΙΙ του Ν. 3208/2003, με την οποία ορίσθηκαν επί λέξει τα εξής: «1. «Το Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας σε δάση, δασικές εκτάσεις και στις εκτάσεις των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου που: Ι. …….II. Παραχωρήθηκαν κατά κυριότητα: ………δ) Με το Ν.Δ. από 17/18.10.1923 «περί παραχωρήσεως κυριότητας δασών ρητινευομένων υπό ιδιωτών» (ΦΕΚ 297 Α'), το Ν.Δ. 1/13.12.1923 (ΦΕΚ 360 Α'), το άρθρο 53 του Ν.Δ. 2501/1953, σύμφωνα με τους όρους και περιορισμούς των διατάξεων του άρθρου 8 του διατάγματος αυτού.»[7].

 

Παρά ταύτα όμως κατά το έτος 2009, δημιουργήθηκε με αποκλειστική ευθύνη του ελληνικού δημοσίου, εμπλοκή ως προς την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 14 παρ.1 του αυτού νόμου, με την οποία έχει ορισθεί ότι: «…παραχωρήσεις ρητινευόμενων δασών, που έγιναν με τις διατάξεις του άρθρου μόνο του από 17/18.10 1923 Ν.Δ……….. εφόσον δεν ανακλήθηκαν μεταγενέστερα τα παραχωρητήρια, θεωρούνται ότι έγιναν κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητα». Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την τηρηθείσα αλληλογραφία της ανεξάρτητης αρχής «ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ»,  στην οποία είχε προσφύγει ο Αγροτοδασικός Σύλλογος Μάνδρας «Η ΑΓΙΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ»,[8], το ελληνικό δημόσιο, δια του Δασαρχείου Αιγάλεω, αρνήθηκε να προβεί σε έκδοση βεβαιώσεων περί ανακλήσεως ή μη των εν λόγω παραχωρητηρίων, επικαλούμενο προβλήματα οριοθέτησης των ιδιωτικών δασικών εκτάσεων (και εν γένει το ανέφικτο εντοπισμού και ανεύρεσης αυτών), που κάλυπτε το καθένα από αυτά τα 450 παραχωρητήρια. Η ανεξάρτητη αρχή «ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ», έκρινε ότι η άρνηση του ελληνικού δημοσίου ήταν αναιτιολόγητη και μη νόμιμη δεδομένου ότι: α) εφόσον δεν έχει ανακληθεί κάποιο από τα παραχωρητήρια αυτά, η διοίκηση (δασαρχείο) είναι υποχρεωμένη να εκδώσει βεβαίωση περί μη ανάκλησης, η οποία έχει αμιγώς βεβαιωτικό χαρακτήρα και στερείται εκτελεστότητας, β) οι αιτούμενες βεβαιώσεις δεν βεβαιώνουν τη μη παραβίαση των όρων της παρ.3 του άρθρου 14 του Ν.3208/2003 κατά τον χρόνο υποβολής (των σχετικών αιτήσεων), αλλά τη μη ανάκληση του παραχωρητηρίου μέχρι τούδε και ως εκ τούτου δεν απαιτείτο ουσιαστικός επανέλεγχος της κατάστασης της δασικής έκτασης που αφορά το παραχωρητήριο ως προς τα όρια και τη τήρηση των προϋποθέσεων, που τίθενται με τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 14 του αυτού νόμου και γ) οι αιτούμενες βεβαιώσεις δεν συνιστούν διοικητική αναγνώριση κυριότητας εκ μέρους του δημοσίου (δασαρχείου) δεδομένου  ότι στερούνται εκτελεστότητας, αλλά απλές διαπιστωτικές πράξεις. Περαιτέρω η ανεξάρτητη αυτή αρχή κάλεσε το ελληνικό δημόσιο (δασαρχείο) να την ενημερώσει σχετικά με το εάν τηρείται αρχείο παραχωρητηρίων της περιοχής ευθύνης του Δασαρχείου Αιγάλεω, με τις τυχόν ανακλητικές πράξεις αυτών.

 

 

 

Το πρόβλημα του προσδιορισμού κατά θέση, έκταση και όρια των ιδιωτικών δασικών εκτάσεων στην κτηματική περιφέρεια του τέως Δήμου Μάνδρας και ήδη Δημοτικής Κοινότητας Μάνδρας, του Δήμου Μάνδρας Ειδυλλίας-Αττικής, είναι γνωστό στο Ελληνικό Δημόσιο. Όπως το ίδιο έχει συνομολογήσει κατά την διαδικασία της οριοθέτησης ζωνών προστασίας και του καθορισμού όρων και περιορισμών δόμησης κατά ζώνη στους ορεινούς όγκους Δυτικής Αττικής: «…….. η απουσία δασικού κτηματολογίου είναι μέρος και κατοπτρισμός του προβλήματος. Για τους σκοπούς της μελέτης η Υπηρεσία χρησιμοποίησε το προσωρινό δασικό κτηματολόγιο, που καλύπτει τον πρώην Δήμου Βιλίων και μόνο»[9] . Περαιτέρω, και με δεδομένη την ανυπαρξία δασικού κτηματολογίου, ουδέποτε μέχρι και σήμερα το ελληνικό δημόσιο έχει προβεί στην, κατά τη διάταξη του άρθρου 73 του Ν.998/1979, διαδικασία αποτερματισμού και οριοθέτησης δασών και δασικών εκτάσεων στην κτηματική αυτή περιφέρεια, ούτως ώστε να καθορισθούν με σαφήνεια η θέση, η έκταση και τα όρια τόσο δημοσίων (άμεσα) όσο και των ιδιωτικών (έμμεσα) εκτάσεων αυτών.-

 

 

Ο Γενικός Γραμματέας Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, που ενεργούσε ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου και με την ιδιότητα του προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων , είχε αποστείλει στο αρμόδιο Γραφείο Κτηματογράφησης την, κατ΄άρθρο 2 παρ. του Ν.2308/1995, και με αριθμ. πρωτ. 2561/15.09.2014, δήλωση του για τις δασικές και τις χορτολιβαδικές εκτάσεις. Στην δήλωση αυτή περιλαμβανόταν  έντυπο δήλωσης του Ν. 2308/1995, που αφορά σε εκτάσεις της περιοχής της Δημοτικής Κοινότητας Μάνδρας, του Δήμου Μάνδρας Ειδυλλίας-Αττικής, για τις οποίες ισχύει το μαχητό τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου[10], σύμφωνα με τη δασική νομοθεσία, μαγνητικό μέσο (CD), που περιείχε στοιχεία οριογραμμών κ.λ.π. των εκτάσεων αυτών, πίνακα σε αναλογική μορφή, στον οποίο περιέχονται οι στήλες με τους κωδικούς αριθμούς των πολυγώνων για τους οποίους ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου με το αντίστοιχο εμβαδόν τους κ.λ.π. καθώς επίσης και κατάσταση στην οποία αναφέρονται τα αναγκαία στοιχεία, με βάση τα οποία μία δασική ή χορτολιβαδική έκταση δύναται να αναγνωρισθεί (εγγραφεί) ως ιδιωτική, με βάση την κείμενη δασική νομοθεσία. Περαιτέρω στην εν λόγω δήλωση επισημαινόταν ότι τα στοιχεία, που αφορούν τις δασικές εκτάσεις για τις οποίες ισχύει το μαχητό τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου, προέρχονται από την κατάρτιση των δασικών χαρτών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 27 και 28 του Ν.2664/1998. Με βάση το έντυπο, που αφορά τα στοιχεία ακινήτων, προκύπτει ότι το ελληνικό δημόσιο προέβη σε δήλωση 1.733 δικαιωμάτων. Με την εν λόγω δήλωσή του το ελληνικό δημόσιο προέβαλε δικαίωμα κυριότητας επί συνολικής έκτασης 183 τετραγωνικών χιλιόμετρων με δασική χρήση (δάση, λιβάδια, χωράφια, στάνες κ.λ.π.) επί ολικής έκτασης της κτηματικής περιφέρειας της Δημοτικής Κοινότητας Μάνδρας του Δήμου Μάνδρας Ειδυλλίας-Αττικής 212 τετραγωνικών χιλιομέτρων.

 

 

Η εν λόγω δήλωση του Ελληνικού Δημοσίου, έπασχε και πάσχει προφανέστατα ως προς τη νομιμότητα της.- Ειδικότερα:

 

α) Το μαχητό τεκμήριο κυριότητας υπέρ αυτού, φέρεται να προκύπτει από το περιεχόμενο των στοιχείων, που διαλαμβάνονταν  σε δασικούς χάρτες, σύμφωνα με τα όσα ειδικότερα ορίζονται με τις διατάξεις των άρθρων 27 και 28 του Ν.2664/1998. Ωστόσο, τουλάχιστον μέχρι τον χρόνο της υποβολής της δήλωσης αυτής (2008) για την περιοχή της κτηματικής περιφέρειας της Δημοτικής Κοινότητας Μάνδρας Ειδυλλίας-Αττικής δεν είχαν κυρωθεί δασικοί χάρτες. Συνεπώς η δήλωση του Ελληνικού Δημοσίου, με τα εκεί αναφερόμενα εγγραπτέα δικαιώματα, συντάχθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 28 του Ν.2664/1998, που απαιτούν κυρωμένους δασικούς χάρτες για την επίκληση εγγραπτέων, στα κτηματολογικά διαγράμματα και πίνακες, δικαιωμάτων σε δάση και δασικές εκτάσεις.-

 

β) Με δεδομένο ότι το Ελληνικό Δημόσιο  για την υπό κτηματογράφηση έκταση έχει εκδώσει στο παρελθόν, κατ΄εφαρμογή των διατάξεων  του  Ν.Δ. 18/18.10.1923 περί τα 450 παραχωρητήρια κυριότητας σε δάση και δασικές εκτάσεις, η εν λόγω δήλωση του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ουσιαστικά προβάλλονται εμπράγματα δικαιώματα σε βάρος των δικαιούχων από τα εν λόγω παραχωρητήρια αντιβαίνει ευθέως  στην διάταξη του  άρθρου 10 παρ.1 εδ. ΙΙ του Ν. 3208/2003, με την οποία ορίσθηκαν επί λέξει τα εξής: «1. «Το Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας σε δάση, δασικές εκτάσεις και στις εκτάσεις των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου που: Ι. …….II. Παραχωρήθηκαν κατά κυριότητα: ………δ) Με το Ν.Δ. από 17/18.10.1923 «περί παραχωρήσεως κυριότητας δασών ρητινευομένων υπό ιδιωτών» (ΦΕΚ 297 Α'), το Ν.Δ. 1/13.12.1923 (ΦΕΚ 360 Α'), το άρθρο 53 του Ν.Δ. 2501/1953, σύμφωνα με τους όρους και περιορισμούς των διατάξεων του άρθρου 8 του διατάγματος αυτού.»[11]

 

γ) Με δεδομένο, επίσης, ότι το Ελληνικό Δημόσιο  για την υπό κτηματογράφηση έκταση έχει εκδώσει στο παρελθόν, κατ΄εφαρμογή των διατάξεων  του  Ν.Δ. 18/18.10.1923 περί τα 450 παραχωρητήρια κυριότητας σε δάση και δασικές εκτάσεις, όφειλε να είχε συλλέξει στοιχεία θεμελιωτικά των δικαιωμάτων του, όχι κατ΄αυθαίρετο τρόπο, αλλά, κατ΄εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 73 του Ν.998/1979 προβαίνοντας σε διαδικασία αποτερματισμού και οριοθέτησης δασών και δασικών εκτάσεων στην κτηματική αυτή περιφέρεια, ούτως ώστε να καθορισθούν με σαφήνεια η θέση, η έκταση και τα όρια τόσο δημοσίων (άμεσα) όσο και των ιδιωτικών (έμμεσα) εκτάσεων αυτών. Στην εν λόγω διαδικασία, ουδόλως μέχρι και σήμερα το Ελληνικό Δημόσιο έχει, μέχρι και σήμερα, προβεί.-

 

 

Παρά τα προαναφερόμενα, αποτέλεσμα της καταχώρησης  της προαναφερόμενης δήλωσης του Ελληνικού Δημοσίου ήταν η αναιτιολόγητη απόρριψη της αρχικής δήλωσης μεγάλου αριθμού ενδιαφερομένων πολιτών, που διαθέτουν είτε τίτλους, που έχουν συνταχθεί με βάση τα 450 περίπου παραχωρητήρια, που εκδόθηκαν το έτος 1923 κατ΄εφαρμογή του  Ν.Δ. 18/18.10.1923, είτε με βάση προγενέστερους του έτους 1923 τίτλους, που φθάνουν μέχρι και τον χρόνο της διεθνούς αναγνώρισης του ελληνικού κράτους[12]. Περαιτέρω δυσμενέστατο αποτέλεσμα για τους ενδιαφερόμενους πολίτες – δικαιούχους είναι ότι, έναντι της μη νόμιμης άλλως αυθαίρετης ως άνω δήλωσης του Ελληνικού Δημοσίου, είναι η οριστική και αμετάκλητη απώλεια των δικαιωμάτων τους, δεδομένου  ότι η έλλειψη στοιχείων, που αφορούν την ακριβή θέση, την έκταση και τα όρια των ακινήτων τους, που βρίσκονται είτε στα δάση, είτε στις δασικές εκτάσεις, τόσο στα 450 παραχωρητήρια, όσο και στους λοιπούς αρχικούς τίτλους, καθιστούν:

α) ανεπίδεκτες διοικητικής κρίσης, και ως εκ τούτου απορριπτέες τις αιτήσεις διόρθωσης ή και  ενστάσεις των άρθρων 6 και 7 αντίστοιχα του Ν. 2308/1995, που τυχόν ασκηθούν και

β) ανεπίδεκτες δικαστικής εκτίμησης και αόριστες και ως εκ τούτου απαράδεκτες και απορριπτέες τις αναγνωριστικές ή διεκδικητικές αγωγές κατά του ελληνικού δημοσίου, που τυχόν ασκηθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 2664/1998.-

 

Επίσης οι ενδιαφερόμενοι, οι οποίοι βασίζουν τα εμπράγματα δικαιώματά τους, όχι στα προαναφερόμενα παραχωρητήρια, αλλά σε προγενέστερους τίτλους, τελούν σε αντικειμενική αδυναμία προσκόμισης προγενέστερων  τίτλων που έχουν μεταγραφεί, οι οποίοι να  καλύπτουν το χρονικό διάστημα τουλάχιστον από το έτος 1875 έως και 1915 (προς απόδειξη της υπερτριακονταετούς άσκησης νομής με διάνοια κυρίου, ως προς την οποία εκτενώς αναφερόμαστε στο κεφάλαιο 1 της παρούσας), δεδομένου ότι το τοπικά αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο Ελευσίνας δεν διαθέτει στοιχεία τίτλων και μεταγραφών αυτών, πριν από το έτος 1910.   

 

 

H έλλειψη νομιμότητας της, ως άνω,  κατ΄άρθρο 2 παρ. του Ν.2308/1995 και με αριθμ. πρωτ. 2561/15.09.2014, δήλωσης του Ελληνικού Δημοσίου σε συνδυασμό με την αλυσιτέλεια των, κατά το νόμο προβλεπόμενων ενεργειών των δικαιούχων, που ενδιαφέρονται να αναγνωρισθούν τα εμπράγματα δικαιώματα τους επί των δασών και των δασικών εκτάσεων της κτηματικής περιφέρειας της Δημοτικής Κοινότητας Μάνδρας Ειδυλλίας-Αττικής, άγει σε μία νομική και πραγματική κατάσταση δήμευσης ατομικών ιδιοκτησιών. Έτσι το Ελληνικό Δημόσιο καθίσταται, άνευ οποιασδήποτε  μορφής ανταλλάγματος, οριστικός και αμετάκλητος δικαιούχος ιδιωτικών εκτάσεων με τις πρώτες εγγραφές, που θα λάβουν χώρα στο κτηματολογικό γραφείο, οι οποίες (πρώτες εγγραφές) αν και ανακριβείς θα παραμείνουν νομικά αλώβητες, λόγω της αλυσιτελούς άσκησης των προβλεπόμενων από το νόμο ενδίκων βοηθημάτων. Η εν λόγω, υπό διαμόρφωση κατάσταση, βάλλει ευθέως κατά του ατομικού δικαιώματος της ιδιοκτησίας των εμπράγματων δικαιούχων, το οποίο προστατεύεται τόσο από το Ελληνικό Σύνταγμα (άρθρο 17), όσο και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Πρόσθετο Πρωτόκολλο – άρθρο 1ο).

 

 

 

Κοινότητα Ερυθρών του Δήμου Μάνδρας Ειδυλλίας 13η Αυγούστου 2021

Παναγιώτης Κουτσουλέλος

Δημότης



[1] Εισήγηση προς την Εκτελεστική Επιτροπή του Οργανισμού Αθήνα με θέμα: «ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗ ΟΡΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΩΝ ΔΟΜΗΣΗΣ ΣΤΟΥΣ ΟΡΕΙΝΟΥΣ ΟΓΚΟΥΣ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ», σελ.64

[2] Ν. Μπίρης «ΟΙ ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ¨σελ. 215.

[3] Σφυρόερας  << Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ>>   Σελ 24

[4] Ό.π. σελ.162

[5] Το  χοτζέτι  αποτελούσε επικυρωτική ή αναγνωριστική απόφαση των μουσουλμανικών ιεροδικείων, η σύνταξη της οποίας πραγματοποιούνταν ενώπιον του ιεροδίκη (του «καδή»).

[6] Α.Π.52/2014

[7] Φ.Ε.Κ. τ. Α’ 303/2003

[8] Τα, με αριθμούς πρωτ. 121405/12347/2011 και 121405/12412/2012, έγγραφα της ανεξάρτητης αρχής «ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ» με κοινό θέμα: «Βεβαιώσεις περί μη ανακλήσεως των παραχωρητηρίων, που εμπίπτουν στο άρθρο 14 του Ν.3208/2003.

[9] Εισήγηση προς την Εκτελεστική Επιτροπή του Οργανισμού Αθήνα με θέμα: «ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗ ΟΡΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΩΝ ΔΟΜΗΣΗΣ ΣΤΟΥΣ ΟΡΕΙΝΟΥΣ ΟΓΚΟΥΣ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ», σελ.56

[10] Με τις διατάξεις του β.δ. της 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών" θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας επί των δασών, που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους κατά τον χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίσθηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ίδιου διατάγματος. Προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος

[11] Φ.Ε.Κ. τ. Α’ 303/2003

[12] Πρωτόκολλο του Λονδίνου 22 Ιανουαρίου/3 Φεβρουαρίου 1830

ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ: 10 Ερωτήματα αναζητούν απαντήσεις

  Και ενώ βαίνουμε ολοταχώς προς τις δημοτικές εκλογές του Οκτωβρίου και οι υποψήφιοι δήμαρχοι με τις παρατάξεις, που έχουν συγκροτήσει έχου...